Την πρώτη φορά που τον άκουσα να μιμείται τρομπέτα, έμεινα άναυδη. Τα’χαμε λιγότερο από μήνα, χρονικό διάστημα αρκετό για μένα για να τον κατατάξω στους άντρες που δεν έκαναν ποτέ σαχλαμάρες, τουλάχιστον δημόσια και σημειώστε, σας παρακαλώ, ότι για να τον κατατάξω ως προς τη σοβαρότητα τον πέρασα από το πιο λεπτό μου κόσκινο γιατί ήταν συνομίληκος και για μένα, μέχρι τότε, οι συνομίληκοι άντρες, απλά δεν υπήρχαν. Έτσι λοιπόν, όταν τον είδα να παίρνει μια βαθειά ανάσα, να φουσκώνει με αέρα τα μάγουλά του και να σουφρώνει στραβά τα χείλη για να μιμηθεί τον ήχο της τρομπέτας, δεν πίστευα στα μάτια μου. ” Η τρομπέτα του Ντίζυ Γκιλέσπι”, μου είπε. “Και γιατί του Ντίζυ Γκιλέσπι και όχι του Λούις Άρμστρονγκ;¨, τον ρώτησα ελαφρώς ειρωνικά. Είχε δει τον Ντίζυ Γκιλέσπυ πριν χρόνια στο Λυκαβηττό, μου εξήγησε και του φάνηκε εξαιρετικά αστείος ο τρόπος που φούσκωναν τα μάγουλά του και μεταμορφώνονταν σε δύο τσουπωτά γυναικεία κωλαράκια. “Κι εγώ να ξέρεις, λατρεύω τα τσουπωτά γυναικεία κωλαράκια”. Τζήζους. Η “τρομπέτα” βέβαια, περισσότερο θύμιζε τον ήχο του κλαρινέτου του Σίντνεϊ Μπεσέ αλλά ο ήχος δηλωνόταν “επισήμως” από το δημιουργό του ως τρομπέτα.
Παρ’όλη την τρομπέτα όμως ήταν πραγματικά σοβαρός τύπος ή μάλλον δεν ήταν σαχλός. Έπειτα, ποτέ δεν “έπαιζε τρομπέτα” δημόσια αν και δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα και πότε το έκανε, νομίζω πως ήταν κάθε που ηθελε να αυτοσυγκεντρωθεί. Τέλος πάντων και δημόσια να το έκανε, εγώ θα του το συγχωρούσα. Ήταν τόσο όμορφος! Μελαγχροινός με λευκό δέρμα, κατάμαυρα ευφυή μάτια και αφράτος, σαν φρατζολάκι, χαιρόσουν να τον αγκαλιάζεις. Μύριζε υπέροχα και το δέρμα του είχε πραγματικά ωραία, “στρογγυλή” γεύση και στην αφή σου έδινε μια συγκλονιστικά βελούδινη αίσθηση. Έχουν περάσει τόσα χρόνια κι όμως, αν κλείσω τα μάτια μου και προσπαθήσω να θυμηθώ την αίσθηση του δέρματός του στα δάχτυλά μου, αυτά μυρμηγκιάζουν με ευχαρίστηση. Πταίσμα η τρομπέτα, σας λέω… Διέθετε δε, μια απίθανη αίσθηση του χιούμορ, εσωτερική ευγένεια και ήταν και μαθηματικός. Θεράπευε την “κορωνίδα των επιστημών”, όπως αποκαλούσε ο πατέρας μου με τρεμάμενη φωνή τα μαθηματικά. Όμως ήταν πιο πολύ από όλα αυτά. Ήταν αυτό που έλεγε η φίλη μου η Βίβιαν “ένα καλό παιδί”. “Το νου σου, Ελένη, μη χάσεις αυτό το καλό παιδί” μου έλεγαν οι φίλοι μου κι ας είχαν πέσει όλοι τους θύματα κάποιου σαρκαστικού του σχολίου, εύστοχου συνήθως όπως ομολογούσαν και οι ίδιοι αλλά σίγουρα πάντως σαρκαστικού.
Το μόνο κουσούρι που του είχα βρει, στην αρχή, πριν διαπιστώσω τη συνήθεια να παίζει τρομπέτα με τα χείλη εννοώ ήταν ότι φιλούσε λίγο άτσαλα. Α, ναι, ξέχασα να πω ότι αργήσαμε πολύ να πέσουμε στο κρεβάτι, τουλάχιστον για τα δικά μου μέτρα. Περάσαμε μια περίοδο με ραντεβουδακια και φιλιά. ( Τζήζους, βέβαια!). Εκείνος το εκστόμισε πρώτος: “Νομίζω ότι φιλάς πιο καλά από μένα”, μου είπε ένα μεσημέρι αλλά το είπε τόσο απλά και φυσικά λες και έκανε μια παρατήρηση για τον καιρό. “Και να φανταστείς ότι είμαι σχεδόν αυτοδίδακτη”, του απάντησα γρήγορα-γρήγορα περιμένοντας με κρατημένη την ανάσα την αντίδρασή του σε μια τέτοια εξωφρενική δήλωση. Δεν ήταν τόσο το να τον καθησυχάσω η έννοια μου, απλά, ήμουν στη φάση που τέσταρα συνεχώς τα όριά του και ήθελα να δω αν θα κατέφευγε στον ανορθολογισμό για να διασκεδάσει αυτό που είχα στο μυαλό μου κλισαριμένο ως “το φόβο του μέσου άντρα για τον αριθμό των πρώην της φίλης του”. “Αυτοδίδακτη στα φιλιά;!” , μου επέστρεψε την ερώτηση, σκασμένος στα γέλια, “Ελένη, είσαι απίστευτο άτομο. Ούτε στα γαριδάκια δεν βρίσκει κανείς τύπους σαν και σένα”. Αν και άτεχνος στα φιλιά, ο Κώστας αποδείχθηκε εξαιρετικός εραστής, προς μεγάλη μου έκπληξη, ομολογώ. Ήταν ο τύπος της αργής και βαθειάς διείσδυσης και δεν “διαλυόταν” ολόκληρος πάνω σου· είχε αυτό το είδος της αυτοσυγκράτησης που έχουν οι αληθινά παθιασμένοι άνθρωποι που δίνονται απόλυτα χωρίς να χάνουν την ατομικότητά τους. Και ήταν εντελώς ακομπλεξάριστος. Ο τύπος ήταν εντελώς φευγάτος στο κρεβάτι και πρέπει να ένιωθε πολύ καλά με τον εαυτό του γιατί ήταν σε όλα μέσα και ήταν άνετος τόσο στα παιχνίδια γενικώς όσο και με τα διάφορα παιχνίδια ειδικώς ακόμα και με αυτά που κουβαλούσα κάτι φορές στο κρεβάτι περισσότερο για να τον προβοκάρω. Ο άνθρωπος ήταν άερας. Μου άρεσε φοβερά αυτό, τότε βέβαια δεν το γνώριζα, ή μάλλον το γνώριζαν μόνο τα κύτταρά μου. Αυτό που λένε “σεξουαλικό γούστο” μπορεί και αδόκιμα, δεν ξέρω, ακόμα δεν είχε πάρει σχήμα μέσα στο μυαλό μου ώστε να μπορώ να περιγράψω τί μου αρέσει και τί όχι Νομίζω ότι τελικά, οι άνθρωποι ερχόμαστε στον κόσμο ως ανεπεξέργαστες ύλες, σαν κομμάτια ξύλου που παίρνουν σχήμα κατά την τριβή με τους άλλους ή μάλλον κυριολεκτικά κατά το τρίψιμο πάνω τους.
Και καλά το σεξουαλικό γούστο, αυτό πάει και έρχεται αν και μεταξύ μας, με έκανε ν’αναρωτιέμαι για τη σκοπιμότητα του να έχω περάσει μέχρι τότε τουλάχιστον τρεις κρίσεις μέσης ηλικίας, με τρεις ισάριθμους σαρανταπεντάρηδες, με Ντύλαν, Πολυτεχνείο, Αριστερά και όλο το σχετικό πακέτο της μαλακίας. Και καμένοι, οι καημένοι και να πηδάνε δεν ήξεραν. Τέλος πάντων. Μαζί του λοιπόν, έδωσα σχήμα και στο μαγειρικό μου γούστο. Πρώτος αυτός παρατήρησε το pattern στη μαγειρική μου. Το ότι έκοβα τα πάντα σε αυστηρώς γεωμετρημένα σχήματα, το ότι απέφευγα τα μπαχαρικά, το ότι σ’ενα πιάτο έπαιζα μ’ενα μόνο υλικό μαγειρεμένο με διαφορετικούς τρόπους, το ότι στα πιάτα μου ήταν ευδιάκριτη η συμμετρία χρωμάτων, υλικών και γεύσεων. Όλα αυτά που τώρα τ’αραδιάζω με μια άνεση που τη δηλώνει μέχρι και η παρατακτική σύνδεση που χρησιμοποιώ, δεν τα είχα καν σκεφτεί μέχρι να γνωρίσω τον τύπο που έπαιζε τρομπέτα με τα χείλη του, τα έκανα σχεδόν από ένστικτο, χωρίς να έχω συλλάβει το θεωρητικό τους υπόβαθρο το οποίο υπήρχε διάχυτο μέσα στο κεφάλι μου σαν πλαγκτόν ζωντανό, θρεπτικό αλλά σούπα σκέτη.
“Πώς και δεν σου αρέσει η τζαζ;”, με ρώτησε όταν πρωτοείδε τη συλλογή των δίσκων μου. Η Τζάζ μου άρεσε πολύ, άκουγα με θρησκευτική ευλάβεια τις εκπομπές του Ζακ Μεναχέμ και κάποια βράδια άκουγα και τις εκπομπές του Jazz FM αλλά στο σπίτι μου υπήρχαν λίγα CD του “Jazz και Τζαζ” και ένας-δυο δίσκοι του Louis Armstrong. Ίσως φταίει η ιδέα που είχα σχηματίσει στο μυαλό μου για την αισθητική και τον κόσμο της τζαζ και η οποία βρισκόταν στον αντίποδα του ιδανικού της γυναικείας πόζας που είχα μέσα στο κεφάλι μου. Ένα ιδανικό καθαρόαιμα μεσογειακό και χυμώδες, που γέλαγε δυνατά, χειρονομούσε, κοίταγε τους άντρες στα μάτια και μαγείρευε τρελές ποσότητες φαγητού όπως η Σοφία Λώρεν στη “Φιλουμένα Μαρτουράνο”. Στη φαντασία μου έδειχνα τέλεια δίπλα στον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι αλλά η εικόνα η δική μου στις όχθες του Μισισιπή, με το μαλλί “κεφτεδάκια”, φουστάνι με λαιμόκοψη, δηλαδή με το ντεκολτέ του κατηχητικού, και όλα αυτά με μουσική υπόκρουση Τζαζ, όχι, σε καμιά περίπτωση. Ήταν για μένα ο ορισμός του εξωτικού. Η μόνη παραφωνία που επέτρεπα στο καθαρόαιμο μεσογειακό μου ταπεραμέντο ήταν η ακρόαση της κλασικής μουσικής και ιδιαίτερα της όπερας κι αυτό γιατί η Μεσόγειος βρέχει και την ευρωπαϊκή ήπειρο και μεγάλη η τιμή της ευρωπαϊκής ηπείρου αυτό και βέβαια η όπερα , ταίριαζε με το στυλ των ρούχων που φορούσαν οι Ιταλίδες ντίβες του σινεμά, θεές όλες τους. Φαντάζεστε τη Σοφία Λώρεν γκόμενα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, να εκστομίζει ψιθυριστά και με υγρό βλέμμα κουταβιού “Play it again Sam” ή το πάνω χείλος της να νοτίζει από τον υγρό και ζεστό καιρό της Νέας Ορλεάνης και όχι από το λιοπύρι της Νάπολης; Α πα πα. Η Τζαζ μου άρεσε πολύ αλλά ήταν ένας άλλος κόσμος που για να τον γνωρίσεις έπρεπε να μπεις βαθειά μέσα του και να τον ενδυθείς κι εγώ το μαλλί κεφτεδάκι δεν το έφτιαχνα ούτε για το χατήρι του ανδροπρεπέστατου Ρόμπερτ Μίτσαμ!
Εκείνος, λάτρευε την Τζαζ. Είχε ταξιδέψει 5-6 φορές στη Νέα Ορλεάνη, για να προσκηνύσει όπως έλεγε και εγώ, για να εξισορροπήσω την αδαημοσύνη μου για την αγαπημένη μουσική του καλού μου, είχα μάθει να μαγειρεύω όλα τα cajun και creole φαγητά που είχε το Larousse Gastronomique. “Ξέρεις, παρ’όλα αυτά, έχω ένα αγαπημένο τζαζ τραγούδι. Το Summertime”, του είπα μια μέρα, κάπως δειλά. Έλαμψαν τα μάτια του όταν το άκουσε κι αμέσως φούσκωσε τα μάγουλα κι άρχισε να το “παίζει” . Του ρου ρουυυυυυ… Το κάθαρμα το έπαιξε ολόκληρο και όλη την ώρα που εκείνος έπαιζε εγώ είχα πέσει στον καναπέ και γέλαγα. Από τότε το Summertime αντικατέστησε μέρος των τυπικών μας συνομιλιών. Για παράδειγμα, δεν ξαναβρήκα στον τηλεφωνητή μου μήνημα του στυλ “εγώ είμαι, πάρε με”, μόνο το Summertime παιγμένο από την “τρομπέτα” του Κώστα. Του ρου ρουυυυ…. Το ίδιο κι όταν χτύπαγε το κουδουνι της εισόδου της πολυκατοικίας. Δεν είπε ξανά “Έλα άνοιξε, εγώ είμαι”. Μόνο ακουγόταν από το θυροτηλέφωνο το Tου ρου ρουυυυυ… Και κάθε μα κάθε φορά που τον άκουγα ξεκαρδιζόμουν στα γέλια όπως και τώρα που γράφω. Μόνο μια φορά δεν γέλασα.
Ήταν τέτοια εποχή, αρχές Ιουλίου και είμασταν διακοπές στη Σαντορίνη. Ένα δειλινό, είχαμε αράξει στη βεράντα του “διαμερίσματος με θέα” που είχαμε νοικιάσει και πίναμε τα κοκτέϊλ που ετοίμαζε εκείνος. Δεν το είχαμε συζητήσει αλλά ήμουν σίγουρη που αυτό θα ήταν το καλοκαίρι που θα κάναμε “τη μεγάλη συζήτηση”. Ήμασταν αρκετό καιρό μαζί και τα σχέδια που είχαμε στο μυαλό μας για τα επαγγελματικά μας και το μέλλον μας γενικότερα, οδηγούσαν στο δρόμο τον αναπόφευκτο. Εξάλλου ο σεξοπρωταθλητής και ερασιτέχνης τρομπετίστας ήταν αυστηρά μονογαμικός και είχα παρατηρήσει πώς συγκινούνταν που οι φίλοι του παντρεύονταν σιγά-σιγά. Δεν ήμουν αντίθετη απλά, πώς να το πω. Μέχρι να τον γνωρίσω ήμουν ένα πλαγκτόν που το έπιναν με το καλαμάκι διάφοροι αστείοι τύποι. Μέσα από το χάος του εσωτερικού μου κόσμου είχε αναδυθεί ένας άνθρωπος με σεξουαλικό, μαγειρικό, εμφανισιακό γούστο, είχα αποκτήσει επιτέλους έναν εαυτό που μπορούσα να τον βγάλω στην πιάτσα και να αναμετρηθώ με τους άλλους επί ίσοις όροις και ήθελα όλο αυτό να το ζήσω. Ήθελα να χορτάσω τον ήχο των τακουνιών μου στους δρόμους της πόλης, των ψηλών τακουνιών στα οποία μόλις είχα αρχίσει να σκαρφαλώνω και με τα οποία γίναμε κολλητοί με το “καλημέρα σας”. Ε όχι και να παντρευτώ… Η συζήτηση γύρισε στις σχέσεις. “Νομίζεις πως δυο άνθρωποι μπορούν ν’αγαπιούνται για πάντα;” με ρώτησε. “Ναι, αν δεν κοιμούνται μαζί συνεχώς. Η μονογαμία είναι που σκοτώνει τον έρωτα”. Ανασηκωθηκε από την πολυθρόνα έκπληκτος “Τί; Δεν πιστεύεις στη μονογαμία;” ” Την πιστεύω για σένα και τους άλλους, όχι για μένα”, χαχάνισα αλλά αυτό ήταν που πίστευα κατά βάθος. Βέβαια, το μόνο που χρειαζόμουν ήταν να το δεχτεί επί της αρχής κι ας μην κοιμόμουν εγώ ποτέ με άλλον. Ήθελα να ξέρω ότι συμφωνούσαμε και οι δύο σε αυτό γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω πράγματα πίσω από την πλάτη του, αυτό συνιστά βαθύτατα συντηρητική στάση και δεν την επέτρεψα ποτέ στον εαυτό μου. Ήξερα ότι αν έκανα τη διευκρινιστική ερώτηση θα έπαιρνα το δρόμο χωρίς επιστροφή όμως ο τύπος που έπαιζε τρομπέτα με τα χείλη του άξιζε καλής μεταχείρισης. Έτσι λοιπόν, το εκστόμισα: “Δηλαδή, εσύ πιστεύεις ότι η μονογαμία είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για μια σοβαρή σχέση;”. Εκστόμισα την ερώτηση και η καρδιά μου χτυπούσε σαν γκρανκάσα. Τί θα έκανα αν έλεγε “ναι θεωρώ τη μονογαμία απαραίτητη”; Γιατί αν ελεγε “όχι δεν το πιστεύω” ήξερα τί θα έκανα. Θα σηκωνόμουν από τη θέση μου, θα έτρεχα να τον αγκαλιάσω και θα του υποσχόμουν με κάθε σοβαρότητα αιώνια πίστη. Όμως δεν μου απάντησε. Έβαλε την τρομπέτα μπροστά κι άρχισε να παίζει το Summertime και δεν φτάνει που το έπαιξε όλο μια φορά, το έπαιξε στο καπάκι άλλες δύο. Του ρου ρουυυυ… Κι ήταν αυτή η πρώτη φορά που όταν το άκουσα παιγμένο από τα χείλη του δεν χαχάνισα.
Το τέλος αυτής της ιστορίας δεν έχει τόση σημασία. Δεν ήταν καλό. Ας πούμε πως έτσι καθώς περπατούσα με αυτοπεποίθηση πάνω στα ψηλοτάκουνα παπούτσια μου, παρασύρθηκα, μπέρδεψα τα βήματά μου και τον πάτησα κι εκείνον, τον ξενύχιασα για την ακρίβεια, δεν τον πάτησα απλώς. Δεν βαριέσαι, εκείνος με συγχώρεσε αλλά εγώ τον εαυτό μου, όχι ακόμη. Τα θυμήθηκα όμως όλα αυτά γιατί χθες βράδυ που έπλενα πιάτα, από το διαμέρισμα του τύπου που κάνει εκπομπες στο ραδιόφωνο ακούστηκε το Summertime στην εκτέλεση του ΣίντνεΪ Μπεσέ. Του ρου ρουυυυ… Φούσκωσα τα μάγουλά μου και για πρώτη φορά προσπάθησα να κάνω κι εγώ την τρομπέτα για να ακολουθήσω το κλαρινέτο. Στάθηκε αδύνατο. Γιαυτο και έβαλα αμέσως μπροστά να φτιάξω ένα φαγάκι της κρεολικής γης αν και αυτή την κουζίνα έχω σταματήσει πια να τη μαγειρεύω. Οριστικώς.
[Η ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και πράγματα είναι συμπτωματική]
*Κοτόπουλο à la créole*
Όπως επισημαίνει και το Larousse Gastronomique, με τη λέξη κρεολική, περιγράφουμε την κουζίνα που εξελίχθηκε μέσα από δύο εντελώς διαφορετικά μαγειρικά στυλ. Πρόκειται για ένα μείγμα συνταγών από την Καραϊβική, την Αφρική και την Ινδία και υπάρχουν τόσες “κρεολικές κουζίνες” όσες και αφρικανικές. Στην πραγματικότητα όμως, με τον όρο κρεολική κουζίνα, αναφερόμαστε στην κουζίνα της Λουϊζιάνα που είναι έντονα επηρρεασμένη από τη μαγειρική της Γαλλίας. Η κρεολική θεωρείται “αστική” μαγειρική, αντίθετα από την κατζούν που θεωρείται πιο αγροτική. Το κοτόπουλο α λα κρεόλ είναι μια τυπική και νοστιμότατη συνταγή της Νέας Ορλεάνης.
1 κοτόπουλο τεμαχισμένο στα 8
2 κουταλιές λάδι
1 κουταλιά βούτυρο
1 δόση ρούμι
4 κομμάτια ανανά κονσέρβας
4 κουταλιές από το συρόπι του ανανά
2 κουταλιές χυμό λάϊμ
αλάτι-πιπέρι
1 πρέζα καγιέν.
Σ’ενα μεγάλο τηγάνι, ζεσταίνουμε το λάδι με το βούτυρο και σωτάρουμε τα κομμάτια του κοτόπουλου που έχουμε πρώτα αλατοπιπερώσει. Σκεπάζουμε το τηγάνι και το αφήνουμε να ψηθει για 20-30 λεπτά. Προσθέτουμε το ρούμι κουνώντας συνεχώς το τηγάνι και προσέχοντας να μη καούμε και αφαιρούμε τα κομμάτια του κοτόπουλου από το τηγάνι. Προσθέτουμε στη σάλτσα τα κομμάτια του ανανά κομμένα σε μικρότερα κομμάτια μαζί με το σιροπι της κονσέρβας και στη συνέχεια προσθέτουμε το χυμό του λάϊμ και το καγιέν. Αφήνουμε τη σάλτσα να πάρει μια βράση και σερβίρουμε το κοτόπουλο περιλουσμένο με τη σάλτσα και γαρνιρισμένο με τα κομματάκια του ανανά.