Καλοκαιρινή βροχή

Γύρισα σπίτι στις 5 το πρωί και ξύπνησα στις 2 το μεσημέρι αλλά συνήλθα μόλις πριν από μισή ώρα. Δεν ήπιαμε πολύ, μάλλον έσκασε στο κεφάλι μου η υπερένταση της εβδομάδας. Από τους Ολυμπιακούς είχα να καθίσω για φαγητό στο Μικρολίμανο. Καλά ήταν αν εξαιρέσεις ότι μας έφαγε κάποιο άλλο τραπέζι τα κυδώνια. Μετά, στο μπαράκι στην παραλία πίστεψα ότι ήμουν διακοπές. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεσμεύτηκα να μαγειρέψω για την παρέα 5 κιλά αγριογούρουνο. Το κλου της βραδιάς όμως ήταν η ξαφνική μπόρα. Λατρεύω την καλοκαιρινή βροχή.

Κάθομαι στη βεράντα και κάνω υπολογισμούς πίνοντας Lambrusco. Πόσα κείμενα πρέπει να γράψω ακόμα για να μπορέσω να αγοράσω ένα διαμέρισμα στην Καστέλλα;

Sat July 5th, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | Comments | PermaLink

The Tempest

He receives comfort like cold porridge.
The Tempest, 2. 1

Παλιά που πήγαινα στην Αμοργό και τους χειμώνες, έπεφτα συχνά σε κακοκαιρία. Πλείστες όσες φορές, το απαγορευτικό έπεφτε όταν το πλοίο είχε εγκαταλείψει το λιμάνι και βρισκόσουν ν’απολαμβάνεις το Αιγαίο όταν ο Ποσειδώνας ήταν στο τσακίρ κέφι. Τυχαίνει να μην φοβάμαι την τρικυμία, για να μην πω ότι την καταβρίσκω κι όλας κι αυτό ισχύει τόσο για τις κυριολεκτικές όσο και για τις μεταφορικές τρικυμίες. Ο μακαρίτης ο πρώην έλεγε χαρακτηριστικά ότι του θύμιζα το μότο της πόλης του Παρισιού: “Fluctuat nec mergitur” ( παραδέρνεται στα κύματα αλλά δεν βουλιάζει).

Σ’αυτά τα ταξίδια λοιπόν που γίνονταν ενώ είχε απαγορευτεί ο απόπλους, δύο ήταν τα πιο δύσκολα κομμάτια: το πέρασμα της Δονούσας ( εξ ου και το όνομα) και η Μυκονος. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγίσεις το λιμάνι της Μυκόνου με 7 μποφώρ ερχόμενος από τις Μικρές Κυκλάδες. Πολλές φορές το φέρρυ έπρεπε να κάνει κύκλους επί μισή ώρα-τρία τέταρτα για να μπει στο τέλος στο λιμάνι με κλίση. Αν κάτι με εντυπωσίαζε σ’αυτές τις φάσεις είναι το ότι όσοι βρίσκονταν στο λιμάνι, φαίνονταν να φοβούνται περισσότερο για την τύχη μας από εμάς που είμασταν πάνω στο πλοίο.

Κάπως έτσι ή και χειρότερα γίνεται με τις μεταφορικές καταιγίδες. Αυτοί που βρίσκονται στη στεριά και παρατηρούν το πλοίο που βρίσκεσαι πάνω του και κινδυνεύει η ζωή σου, δεν φοβούνται μόνο και μάλιστα περισσότερο από σένα αλλά φοβούνται μην και μάθει κανείς ότι σε γνώριζαν όταν το κύμα ξεβράσει το κουφάρι σου, στην ακτή. Κι εκεί που σε έπαιρναν κάθε βράδυ τλφ να παπαρολογήσουν ζητώντας σου συνταγές ή δεν ξέρω τί, αίφνις εξαφανίζονται και μένουν στην επιφάνεια σαν το λάδι και τις σανίδες σωτηρίας, οι λίγοι αληθινοί φίλοι.

Αυτά βέβαια είναι γνωστά και θα έλεγα ότι περισσότερο από τη γαϊδουριά είναι αηδιαστική η ψευτοφιλία που προκύπτει ξαφνικά κι από παντού. Όλοι αυτοί που το παίζουν φίλοι, κατά βαθος σε μισούν γιατί εσύ που είσαι εκτός των γνωστών κυκλωμάτων, κάθεσαι σπίτι και διαβάζεις ή μαγειρεύεις μακαρόνια με κιμά σε κάποιον φευγάτο γκόμενό σου πάντα βρίσκεσαι από πάνω από κείνους που ξεροσταλιάζουν μ’ενα ποτό στο χέρι στα μπαρ του Κολωνακίου νομίζοντας ότι κανουν networking μαζί με την επαρχία, τα μπάζα.

Κι όταν η καταιγίδα κοπάζει, τα τηλέφωνα αρχίζουν να ξαναχτυπούν και τότε είναι που πρέπει να βρεις τη δύναμη να κάνεις την κίνηση ματ και να μην απαντήσεις.

Fri July 4th, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 24 Comments | PermaLink

Hell’s Kitchen Sky Edition

Όταν πατήσω το κουμπί publish για να ανεβάσω αυτό το ποστ μάλλον θα είμαι για μεσημεριανό στο μαγαζί για το οποίο θα γράψω ή μάλλον θα είμαι στο κλασικό Hell’s Kitchen γιατί βασικώς θέλω να γράψω για το καινούργιο αδελφάκι του. Στο Hell’s Kitchen πίσω από το Δημαρχείο με είχε πάει ο φίλος μου ο Κώστας, σχεδόν μόλις άνοιξε. Με κέρδισε αμέσως με τη μαγειρική του, την καθαριότητά του, την ωραία του ατμόσφαιρα.  Σήμερα αν άνοιγα ένα εστιατόριο, θα ήταν κάπως έτσι, τί παραπάνω να πω; Φέτος, τα βράδια του καλοκαιριού το Hell’s Kitchen μετακομίζει στην ταράτσα του ξενοδοχείου Dorian Inn στην Πειραιώς (περιοχή Ομονοίας) ενώ τα μεσημέρια μένει ως έχει στην αγαπημένη Πλατεία Κοτζιά.

Το Hell’s Kitchen Sky Edition επιλέγει να βαδίσει το δύσβατο και περιπετειώδη δρόμο της εστίασης που λέγεται εστιατόριο όχι πως τα πράγματα είναι ευκολότερα για ένα μπιστρό αλλά στα εστιατόρια αλλάζουν τα μέτρα κρίσεως. Να δηλώσω ότι περισσότερο από τα εστιατόρια και την προσπάθεια των ιδιοκτητών, αγαπώ το φαγητό και όταν το βλέπω να κακοποιείται παντοιοτρόπως τίποτα δεν μπορεί να επηρρεάσει την κρίση μου και βέβαια, να με εξευμενίσει. Γνωρίζοντας όμως ότι δεν υπάρχει δυσκολότερη φάση για ένα εστιατόριο από τα γεννητούρια του, πήγα στην ταράτσα του Dorian Inn με μικρές προσδοκίες και περισσότερο να κόψω κίνηση αλλά εκεί με περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη.

Η ταράτσα του Dorian Inn είναι ίσως η πιο σουλουπωμένη της περιοχής ( πολύ καλύτερη από αυτή του ξενοδοχείου Fresh, για παράδειγμα). Η πισίνα, χωρίζει το χώρο για ποτό απ’αυτόν του φαγητού ο οποίος είναι περιορισμένος και εκτιμώ πως σύντομα θα επεκταθεί κι από την άλλη πλευρά. Στο χώρο του φαγητου που προσφέρει μοναδική θέα στην Ακρόπολη και τον Λυκαβηττό συνήθως πνέουν άνεμοι πολλών μποφώρ μου εξήγησαν αμέσως όταν έφερα μπροστά στη μύτη μου,  με ελαφριά φρίκη ομολογώ, το ποτήρι του κρασιού το οποίο δεν ήταν κολωνάτο γιατί δεν θα στεκόταν πάνω στο τραπέζι. Δεκτόν.

Αποφασίσαμε να επιλέξουμε τη δυνατότητα να φτιάξουμε το μενού μας από τρία πιάτα: πρώτο, κυρίως, επιδόρπιο. Ξεκίνησα μ’ενα υπέροχο ποταμόψαρο σερβιρισμένο πάνω σε μια τεράστια ποσότητα μάρουλιού σωστά κομμένου ( το μαρούλι, κορίτσια κοβεται με το χέρι σε μεγάλα κομμάτια) και respect στους δυο σεφ Δημήτρηδες γιαυτό και συνέχισα με το λαβράκι. Το ποταμόψαρο ήταν σαφώς καλύτερο. Εξαιρετικά ήταν τα ραβιόλια με το σολομό της Λίας,  ενώ τα νιόκι της Πάττυ ελπίζω την επόμενη φορά να γίνουν με αληθινό ζωμό γιατί δεν γίνεται να ψήνεις ψάρι τόσο τέλεια και να χρησιμοποιείς ζωμούς σε σκόνες. Η κουζίνα του Sky edition του Hell’s Kitchen έχει κέφια και βέβαια και λίγο άγχος για το εγχείρημα. Το καλύτερο αγχολυτικό είναι η δουλειά. Τα πιάτα είναι καλομαγειρεμένα και έρχονται σε πολύ μεγάλες ποσότητες, ειδικά οι φρέσκες πρασινάδες σε κάνουν να αισθάνεσαι λες και βρίσκεσαι στη ζούγκλα. Η λιστα κρασιών είναι ενδιαφέρουσα και σε λογικές τιμές, η ιδέα για μενου των 25Ε άπαιχτη  αν και δεν έχω πειστεί ότι θα λειτουργήσει προς όφελος του μαγαζιού. Στα θετικά προσμετρω τις ωραίες και γελαστές φάτσες του προσωπικού, γνώριμες από το μαγαζί στην Κοτζιά.

Προβλέπω ότι το Hell’s Kitchen Sky Edition θα γίνει το χιτ του φετινού καλοκαιριού. Θα χαρώ αφενός για την προσπάθεια, αφετέρου γιατί ίσως χαλαρώσει λίγο το αγαπημένο μου κεντρικό μαγαζί που θα παραμείνει ανοιχτό όλα τα μεσημέρια του καλοκαιριού ως ένδειξη συμπαράστασης  στους πιστούς πελάτες που θα μείνουν στην πόλη. Αυτή η λεπτομέρεια είναι που κάνει τον επαγγελματία εστιάτορα είτε διευθύνει ένα μπιστρό, είτε ένα μεγάλο και λαμπερό εστιατόριο. Στα μάτια μου, αυτή η κίνηση, του να μείνει δλδ το κεντρικό μαγαζί ανοιχτό για τους τακτικούς του πελάτες, κατάσσει το Hell’s Kitchen στα σοβαρά εστιατόρια της πόλης. Σ’αυτό προσθέστε το φαγητό, το σέρβις και την καθαριότητα και να πως σου μπαίνει η ιδέα, αυτό το καλοκαίρι, να μην το κουνήσεις από την Αθήνα!

Hell’s Kitchen Sky Edition

Dorian Inn Hotel

Πειραιώς 17 Ομόνοια

210- 5231755 (καλυτερα να κάνετε κράτηση).

Wed July 2nd, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί, Κάπου πήγα, κάτι είδα, κάτι μου είπαν να σας πω... | 13 Comments | PermaLink

Summertime recipe: κοτόπουλο à la créole

Την πρώτη φορά που τον άκουσα να μιμείται τρομπέτα, έμεινα άναυδη. Τα’χαμε λιγότερο από μήνα, χρονικό διάστημα αρκετό για μένα για να τον κατατάξω στους άντρες που δεν έκαναν ποτέ σαχλαμάρες, τουλάχιστον δημόσια και σημειώστε, σας παρακαλώ, ότι για να τον κατατάξω ως προς τη σοβαρότητα τον πέρασα από το πιο λεπτό μου κόσκινο γιατί ήταν συνομίληκος και για μένα, μέχρι τότε, οι συνομίληκοι άντρες, απλά δεν υπήρχαν. Έτσι λοιπόν, όταν τον είδα να παίρνει μια βαθειά ανάσα, να φουσκώνει με αέρα τα μάγουλά του και να σουφρώνει στραβά τα χείλη για να μιμηθεί τον ήχο της τρομπέτας, δεν πίστευα στα μάτια μου. ” Η τρομπέτα του Ντίζυ Γκιλέσπι”, μου είπε. “Και γιατί του Ντίζυ Γκιλέσπι και όχι του Λούις Άρμστρονγκ;¨, τον ρώτησα ελαφρώς ειρωνικά. Είχε δει τον Ντίζυ Γκιλέσπυ πριν χρόνια στο Λυκαβηττό, μου εξήγησε και του φάνηκε εξαιρετικά αστείος ο τρόπος που φούσκωναν τα μάγουλά του και μεταμορφώνονταν σε δύο τσουπωτά γυναικεία κωλαράκια. “Κι εγώ να ξέρεις, λατρεύω τα τσουπωτά γυναικεία κωλαράκια”. Τζήζους. Η “τρομπέτα” βέβαια, περισσότερο θύμιζε τον ήχο του κλαρινέτου του Σίντνεϊ Μπεσέ αλλά ο ήχος δηλωνόταν “επισήμως” από το δημιουργό του ως τρομπέτα.

Παρ’όλη την τρομπέτα όμως ήταν πραγματικά σοβαρός τύπος ή μάλλον δεν ήταν σαχλός. Έπειτα, ποτέ δεν “έπαιζε τρομπέτα” δημόσια αν και δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα και πότε το έκανε, νομίζω πως ήταν κάθε που ηθελε να αυτοσυγκεντρωθεί. Τέλος πάντων και δημόσια να το έκανε, εγώ θα του το συγχωρούσα. Ήταν τόσο όμορφος! Μελαγχροινός με λευκό δέρμα, κατάμαυρα ευφυή μάτια και αφράτος, σαν φρατζολάκι, χαιρόσουν να τον αγκαλιάζεις. Μύριζε υπέροχα και το δέρμα του είχε πραγματικά ωραία, “στρογγυλή” γεύση και στην αφή σου έδινε μια συγκλονιστικά βελούδινη αίσθηση. Έχουν περάσει τόσα χρόνια κι όμως, αν κλείσω τα μάτια μου και προσπαθήσω να θυμηθώ την αίσθηση του δέρματός του στα δάχτυλά μου, αυτά μυρμηγκιάζουν με ευχαρίστηση. Πταίσμα η τρομπέτα, σας λέω… Διέθετε δε, μια απίθανη αίσθηση του χιούμορ, εσωτερική ευγένεια και ήταν και μαθηματικός. Θεράπευε την “κορωνίδα των επιστημών”, όπως αποκαλούσε ο πατέρας μου με τρεμάμενη φωνή τα μαθηματικά. Όμως ήταν πιο πολύ από όλα αυτά. Ήταν αυτό που έλεγε η φίλη μου η Βίβιαν “ένα καλό παιδί”. “Το νου σου, Ελένη, μη χάσεις αυτό το καλό παιδί” μου έλεγαν οι φίλοι μου κι ας είχαν πέσει όλοι τους θύματα κάποιου σαρκαστικού του σχολίου, εύστοχου συνήθως όπως ομολογούσαν και οι ίδιοι αλλά σίγουρα πάντως σαρκαστικού.

Το μόνο κουσούρι που του είχα βρει, στην αρχή, πριν διαπιστώσω τη συνήθεια να παίζει τρομπέτα με τα χείλη εννοώ ήταν ότι φιλούσε λίγο άτσαλα. Α, ναι, ξέχασα να πω ότι αργήσαμε πολύ να πέσουμε στο κρεβάτι, τουλάχιστον για τα δικά μου μέτρα. Περάσαμε μια περίοδο με ραντεβουδακια και φιλιά. ( Τζήζους, βέβαια!). Εκείνος το εκστόμισε πρώτος: “Νομίζω ότι φιλάς πιο καλά από μένα”, μου είπε ένα μεσημέρι αλλά το είπε τόσο απλά και φυσικά λες και έκανε μια παρατήρηση για τον καιρό. “Και να φανταστείς ότι είμαι σχεδόν αυτοδίδακτη”, του απάντησα γρήγορα-γρήγορα περιμένοντας με κρατημένη την ανάσα την αντίδρασή του σε μια τέτοια εξωφρενική δήλωση. Δεν ήταν τόσο το να τον καθησυχάσω η έννοια μου, απλά, ήμουν στη φάση που τέσταρα συνεχώς τα όριά του και ήθελα να δω αν θα κατέφευγε στον ανορθολογισμό για να διασκεδάσει αυτό που είχα στο μυαλό μου κλισαριμένο ως “το φόβο του μέσου άντρα για τον αριθμό των πρώην της φίλης του”. “Αυτοδίδακτη στα φιλιά;!” , μου επέστρεψε την ερώτηση, σκασμένος στα γέλια, “Ελένη, είσαι απίστευτο άτομο. Ούτε στα γαριδάκια δεν βρίσκει κανείς τύπους σαν και σένα”. Αν και άτεχνος στα φιλιά, ο Κώστας αποδείχθηκε εξαιρετικός εραστής, προς μεγάλη μου έκπληξη, ομολογώ. Ήταν ο τύπος της αργής και βαθειάς διείσδυσης και δεν “διαλυόταν” ολόκληρος πάνω σου· είχε αυτό το είδος της αυτοσυγκράτησης που έχουν οι αληθινά παθιασμένοι άνθρωποι που δίνονται απόλυτα χωρίς να χάνουν την ατομικότητά τους. Και ήταν εντελώς ακομπλεξάριστος. Ο τύπος ήταν εντελώς φευγάτος στο κρεβάτι και πρέπει να ένιωθε πολύ καλά με τον εαυτό του γιατί ήταν σε όλα μέσα και ήταν άνετος τόσο στα παιχνίδια γενικώς όσο και με τα διάφορα παιχνίδια ειδικώς ακόμα και με αυτά που κουβαλούσα κάτι φορές στο κρεβάτι περισσότερο για να τον προβοκάρω. Ο άνθρωπος ήταν άερας. Μου άρεσε φοβερά αυτό, τότε βέβαια δεν το γνώριζα, ή μάλλον το γνώριζαν μόνο τα κύτταρά μου. Αυτό που λένε “σεξουαλικό γούστο” μπορεί και αδόκιμα, δεν ξέρω, ακόμα δεν είχε πάρει σχήμα μέσα στο μυαλό μου ώστε να μπορώ να περιγράψω τί μου αρέσει και τί όχι Νομίζω ότι τελικά, οι άνθρωποι ερχόμαστε στον κόσμο ως ανεπεξέργαστες ύλες, σαν κομμάτια ξύλου που παίρνουν σχήμα κατά την τριβή με τους άλλους ή μάλλον κυριολεκτικά κατά το τρίψιμο πάνω τους.

Και καλά το σεξουαλικό γούστο, αυτό πάει και έρχεται αν και μεταξύ μας, με έκανε ν’αναρωτιέμαι για τη σκοπιμότητα του να έχω περάσει μέχρι τότε τουλάχιστον τρεις κρίσεις μέσης ηλικίας, με τρεις ισάριθμους σαρανταπεντάρηδες, με Ντύλαν, Πολυτεχνείο, Αριστερά και όλο το σχετικό πακέτο της μαλακίας. Και καμένοι, οι καημένοι και να πηδάνε δεν ήξεραν. Τέλος πάντων. Μαζί του λοιπόν, έδωσα σχήμα και στο μαγειρικό μου γούστο. Πρώτος αυτός παρατήρησε το pattern στη μαγειρική μου. Το ότι έκοβα τα πάντα σε αυστηρώς γεωμετρημένα σχήματα, το ότι απέφευγα τα μπαχαρικά, το ότι σ’ενα πιάτο έπαιζα μ’ενα μόνο υλικό μαγειρεμένο με διαφορετικούς τρόπους, το ότι στα πιάτα μου ήταν ευδιάκριτη η συμμετρία χρωμάτων, υλικών και γεύσεων. Όλα αυτά που τώρα τ’αραδιάζω με μια άνεση που τη δηλώνει μέχρι και η παρατακτική σύνδεση που χρησιμοποιώ, δεν τα είχα καν σκεφτεί μέχρι να γνωρίσω τον τύπο που έπαιζε τρομπέτα με τα χείλη του, τα έκανα σχεδόν από ένστικτο, χωρίς να έχω συλλάβει το θεωρητικό τους υπόβαθρο το οποίο υπήρχε διάχυτο μέσα στο κεφάλι μου σαν πλαγκτόν ζωντανό, θρεπτικό αλλά σούπα σκέτη.

“Πώς και δεν σου αρέσει η τζαζ;”, με ρώτησε όταν πρωτοείδε τη συλλογή των δίσκων μου. Η Τζάζ μου άρεσε πολύ, άκουγα με θρησκευτική ευλάβεια τις εκπομπές του Ζακ Μεναχέμ και κάποια βράδια άκουγα και τις εκπομπές του Jazz FM αλλά στο σπίτι μου υπήρχαν λίγα CD του “Jazz και Τζαζ” και ένας-δυο δίσκοι του Louis Armstrong. Ίσως φταίει η ιδέα που είχα σχηματίσει στο μυαλό μου για την αισθητική και τον κόσμο της τζαζ και η οποία βρισκόταν στον αντίποδα του ιδανικού της γυναικείας πόζας που είχα μέσα στο κεφάλι μου. Ένα ιδανικό καθαρόαιμα μεσογειακό και χυμώδες, που γέλαγε δυνατά, χειρονομούσε, κοίταγε τους άντρες στα μάτια και μαγείρευε τρελές ποσότητες φαγητού όπως η Σοφία Λώρεν στη “Φιλουμένα Μαρτουράνο”. Στη φαντασία μου έδειχνα τέλεια δίπλα στον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι αλλά η εικόνα η δική μου στις όχθες του Μισισιπή, με το μαλλί “κεφτεδάκια”, φουστάνι με λαιμόκοψη, δηλαδή με το ντεκολτέ του κατηχητικού, και όλα αυτά με μουσική υπόκρουση Τζαζ, όχι, σε καμιά περίπτωση. Ήταν για μένα ο ορισμός του εξωτικού. Η μόνη παραφωνία που επέτρεπα στο καθαρόαιμο μεσογειακό μου ταπεραμέντο ήταν η ακρόαση της κλασικής μουσικής και ιδιαίτερα της όπερας κι αυτό γιατί η Μεσόγειος βρέχει και την ευρωπαϊκή ήπειρο και μεγάλη η τιμή της ευρωπαϊκής ηπείρου αυτό και βέβαια η όπερα , ταίριαζε με το στυλ των ρούχων που φορούσαν οι Ιταλίδες ντίβες του σινεμά, θεές όλες τους. Φαντάζεστε τη Σοφία Λώρεν γκόμενα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, να εκστομίζει ψιθυριστά και με υγρό βλέμμα κουταβιού “Play it again Sam” ή το πάνω χείλος της να νοτίζει από τον υγρό και ζεστό καιρό της Νέας Ορλεάνης και όχι από το λιοπύρι της Νάπολης; Α πα πα. Η Τζαζ μου άρεσε πολύ αλλά ήταν ένας άλλος κόσμος που για να τον γνωρίσεις έπρεπε να μπεις βαθειά μέσα του και να τον ενδυθείς κι εγώ το μαλλί κεφτεδάκι δεν το έφτιαχνα ούτε για το χατήρι του ανδροπρεπέστατου Ρόμπερτ Μίτσαμ!

Εκείνος, λάτρευε την Τζαζ. Είχε ταξιδέψει 5-6 φορές στη Νέα Ορλεάνη, για να προσκηνύσει όπως έλεγε και εγώ, για να εξισορροπήσω την αδαημοσύνη μου για την αγαπημένη μουσική του καλού μου, είχα μάθει να μαγειρεύω όλα τα cajun και creole φαγητά που είχε το Larousse Gastronomique. “Ξέρεις, παρ’όλα αυτά, έχω ένα αγαπημένο τζαζ τραγούδι. Το Summertime”, του είπα μια μέρα, κάπως δειλά. Έλαμψαν τα μάτια του όταν το άκουσε κι αμέσως φούσκωσε τα μάγουλα κι άρχισε να το “παίζει” . Του ρου ρουυυυυυ… Το κάθαρμα το έπαιξε ολόκληρο και όλη την ώρα που εκείνος έπαιζε εγώ είχα πέσει στον καναπέ και γέλαγα. Από τότε το Summertime αντικατέστησε μέρος των τυπικών μας συνομιλιών. Για παράδειγμα, δεν ξαναβρήκα στον τηλεφωνητή μου μήνημα του στυλ “εγώ είμαι, πάρε με”, μόνο το Summertime παιγμένο από την “τρομπέτα” του Κώστα. Του ρου ρουυυυ…. Το ίδιο κι όταν χτύπαγε το κουδουνι της εισόδου της πολυκατοικίας. Δεν είπε ξανά “Έλα άνοιξε, εγώ είμαι”. Μόνο ακουγόταν από το θυροτηλέφωνο το Tου ρου ρουυυυυ… Και κάθε μα κάθε φορά που τον άκουγα ξεκαρδιζόμουν στα γέλια όπως και τώρα που γράφω. Μόνο μια φορά δεν γέλασα.

Ήταν τέτοια εποχή, αρχές Ιουλίου και είμασταν διακοπές στη Σαντορίνη. Ένα δειλινό, είχαμε αράξει στη βεράντα του “διαμερίσματος με θέα” που είχαμε νοικιάσει και πίναμε τα κοκτέϊλ που ετοίμαζε εκείνος. Δεν το είχαμε συζητήσει αλλά ήμουν σίγουρη που αυτό θα ήταν το καλοκαίρι που θα κάναμε “τη μεγάλη συζήτηση”. Ήμασταν αρκετό καιρό μαζί και τα σχέδια που είχαμε στο μυαλό μας για τα επαγγελματικά μας και το μέλλον μας γενικότερα, οδηγούσαν στο δρόμο τον αναπόφευκτο. Εξάλλου ο σεξοπρωταθλητής και ερασιτέχνης τρομπετίστας ήταν αυστηρά μονογαμικός και είχα παρατηρήσει πώς συγκινούνταν που οι φίλοι του παντρεύονταν σιγά-σιγά. Δεν ήμουν αντίθετη απλά, πώς να το πω. Μέχρι να τον γνωρίσω ήμουν ένα πλαγκτόν που το έπιναν με το καλαμάκι διάφοροι αστείοι τύποι. Μέσα από το χάος του εσωτερικού μου κόσμου είχε αναδυθεί ένας άνθρωπος με σεξουαλικό, μαγειρικό, εμφανισιακό γούστο, είχα αποκτήσει επιτέλους έναν εαυτό που μπορούσα να τον βγάλω στην πιάτσα και να αναμετρηθώ με τους άλλους επί ίσοις όροις και ήθελα όλο αυτό να το ζήσω. Ήθελα να χορτάσω τον ήχο των τακουνιών μου στους δρόμους της πόλης, των ψηλών τακουνιών στα οποία μόλις είχα αρχίσει να σκαρφαλώνω και με τα οποία γίναμε κολλητοί με το “καλημέρα σας”. Ε όχι και να παντρευτώ… Η συζήτηση γύρισε στις σχέσεις. “Νομίζεις πως δυο άνθρωποι μπορούν ν’αγαπιούνται για πάντα;” με ρώτησε. “Ναι, αν δεν κοιμούνται μαζί συνεχώς. Η μονογαμία είναι που σκοτώνει τον έρωτα”. Ανασηκωθηκε από την πολυθρόνα έκπληκτος “Τί; Δεν πιστεύεις στη μονογαμία;” ” Την πιστεύω για σένα και τους άλλους, όχι για μένα”, χαχάνισα αλλά αυτό ήταν που πίστευα κατά βάθος. Βέβαια, το μόνο που χρειαζόμουν ήταν να το δεχτεί επί της αρχής κι ας μην κοιμόμουν εγώ ποτέ με άλλον. Ήθελα να ξέρω ότι συμφωνούσαμε και οι δύο σε αυτό γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω πράγματα πίσω από την πλάτη του, αυτό συνιστά βαθύτατα συντηρητική στάση και δεν την επέτρεψα ποτέ στον εαυτό μου. Ήξερα ότι αν έκανα τη διευκρινιστική ερώτηση θα έπαιρνα το δρόμο χωρίς επιστροφή όμως ο τύπος που έπαιζε τρομπέτα με τα χείλη του άξιζε καλής μεταχείρισης. Έτσι λοιπόν, το εκστόμισα: “Δηλαδή, εσύ πιστεύεις ότι η μονογαμία είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για μια σοβαρή σχέση;”. Εκστόμισα την ερώτηση και η καρδιά μου χτυπούσε σαν γκρανκάσα. Τί θα έκανα αν έλεγε “ναι θεωρώ τη μονογαμία απαραίτητη”; Γιατί αν ελεγε “όχι δεν το πιστεύω” ήξερα τί θα έκανα. Θα σηκωνόμουν από τη θέση μου, θα έτρεχα να τον αγκαλιάσω και θα του υποσχόμουν με κάθε σοβαρότητα αιώνια πίστη. Όμως δεν μου απάντησε. Έβαλε την τρομπέτα μπροστά κι άρχισε να παίζει το Summertime και δεν φτάνει που το έπαιξε όλο μια φορά, το έπαιξε στο καπάκι άλλες δύο. Του ρου ρουυυυ… Κι ήταν αυτή η πρώτη φορά που όταν το άκουσα παιγμένο από τα χείλη του δεν χαχάνισα.

Το τέλος αυτής της ιστορίας δεν έχει τόση σημασία. Δεν ήταν καλό. Ας πούμε πως έτσι καθώς περπατούσα με αυτοπεποίθηση πάνω στα ψηλοτάκουνα παπούτσια μου, παρασύρθηκα, μπέρδεψα τα βήματά μου και τον πάτησα κι εκείνον, τον ξενύχιασα για την ακρίβεια, δεν τον πάτησα απλώς. Δεν βαριέσαι, εκείνος με συγχώρεσε αλλά εγώ τον εαυτό μου, όχι ακόμη. Τα θυμήθηκα όμως όλα αυτά γιατί χθες βράδυ που έπλενα πιάτα, από το διαμέρισμα του τύπου που κάνει εκπομπες στο ραδιόφωνο ακούστηκε το Summertime στην εκτέλεση του ΣίντνεΪ Μπεσέ. Του ρου ρουυυυ Φούσκωσα τα μάγουλά μου και για πρώτη φορά προσπάθησα να κάνω κι εγώ την τρομπέτα για να ακολουθήσω το κλαρινέτο. Στάθηκε αδύνατο. Γιαυτο και έβαλα αμέσως μπροστά να φτιάξω ένα φαγάκι της κρεολικής γης αν και αυτή την κουζίνα έχω σταματήσει πια να τη μαγειρεύω. Οριστικώς.

[Η ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και πράγματα είναι συμπτωματική]

*Κοτόπουλο à la créole*

Όπως επισημαίνει και το Larousse Gastronomique, με τη λέξη κρεολική, περιγράφουμε την κουζίνα που εξελίχθηκε μέσα από δύο εντελώς διαφορετικά μαγειρικά στυλ. Πρόκειται για ένα μείγμα συνταγών από την Καραϊβική, την Αφρική και την Ινδία και υπάρχουν τόσες “κρεολικές κουζίνες” όσες και αφρικανικές. Στην πραγματικότητα όμως, με τον όρο κρεολική κουζίνα, αναφερόμαστε στην κουζίνα της Λουϊζιάνα που είναι έντονα επηρρεασμένη από τη μαγειρική της Γαλλίας. Η κρεολική θεωρείται “αστική” μαγειρική, αντίθετα από την κατζούν που θεωρείται πιο αγροτική. Το κοτόπουλο α λα κρεόλ είναι μια τυπική και νοστιμότατη συνταγή της Νέας Ορλεάνης.

1 κοτόπουλο τεμαχισμένο στα 8

2 κουταλιές λάδι

1 κουταλιά βούτυρο

1 δόση ρούμι

4 κομμάτια ανανά κονσέρβας

4 κουταλιές από το συρόπι του ανανά

2 κουταλιές χυμό λάϊμ

αλάτι-πιπέρι

1 πρέζα καγιέν.

Σ’ενα μεγάλο τηγάνι, ζεσταίνουμε το λάδι με το βούτυρο και σωτάρουμε τα κομμάτια του κοτόπουλου που έχουμε πρώτα αλατοπιπερώσει. Σκεπάζουμε το τηγάνι και το αφήνουμε να ψηθει για 20-30 λεπτά. Προσθέτουμε το ρούμι κουνώντας συνεχώς το τηγάνι και προσέχοντας να μη καούμε και αφαιρούμε τα κομμάτια του κοτόπουλου από το τηγάνι. Προσθέτουμε στη σάλτσα τα κομμάτια του ανανά κομμένα σε μικρότερα κομμάτια μαζί με το σιροπι της κονσέρβας και στη συνέχεια προσθέτουμε το χυμό του λάϊμ και το καγιέν. Αφήνουμε τη σάλτσα να πάρει μια βράση και σερβίρουμε το κοτόπουλο περιλουσμένο με τη σάλτσα και γαρνιρισμένο με τα κομματάκια του ανανά.

Sun June 29th, 2008 by Αθήναιος
Posted in Summertime Sunday, Βορβορυγμοί | 27 Comments | PermaLink

Summer in the city

Μεσημέρι Σαββάτου 28 Ιουνίου 2008. Οι πιο cult κάτοικοι αυτής της πόλης, αναπαύονται στην Πλατεία Κοτζια, δίπλα σε μια από τις τελευταίες αληθινές αγορές του πλανήτη, τη Βαρβάκειο Αγορά της Αθήνας.

Sat June 28th, 2008 by Αθήναιος
Posted in Αθήνα διαμαντόπετρα, της γης το δαχτυλίδι | 5 Comments | PermaLink

Βλέποντας σήμερα στη Βουλή

τον πρόεδρο του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού, κ. Γ. Καρατζαφέρη, να μην προσκομίζει κανένα στοιχείο που να στηρίζει τις κατηγορίες που διέσπειρε κατά τη διάρκεια όλης της προηγούμενης εβδομάδας, νοστάλγησα το γέρο Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου, ακόμα και τον Μητσοτάκη που με μια χριστοπαναγία θα τον έβαζαν στη θέση του.

Το μόνο που έμεινε ήταν η απορία: ” Γιατί τα εισιτήρια για τη Ζυρίχη, κοστίζουν περισσότερο απ’αυτά για τις Βρυξέλλες;”.

Είναι απλό, βρε κουτό. Γιατί εκεί, έχει την έδρα της η Υπόγεια Ραβινική Βιβλιοθήκη της Ζυρίχης.

Fri June 27th, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 9 Comments | PermaLink

Ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα

Τις τελευταίες εβδομάδες πρωταγωνιστούν οι φίλοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Έρχονται καινούργια μωρά κι εγώ όλο και πιο συχνά συλλαμβάνω τον εαυτό μου να λέει στο τλφ φράσεις του στυλ: “Τη Δευτέρα οι φούρνοι θα είναι κλειστοί, έχεις αγοράσει ψωμί και γάλα για τα παιδιά;”. Μιλάμε για την απόλυτη παρακμή αλλά δεν ανησυχώ. Είναι μέχρι να βρω νέες ατάκες αφού τα γνωστά για τις “συνταγές μικρών στο φούρνο με πατάτες”, πάλιωσαν και τα βαρέθηκα μέχρι κι εγώ. Το καινούργιο μωρό είναι αγόρι και μόλις έκανα να πω: “Σ’ενα μήνα γεννιέται ο μέλλων σύζυγός μου” έφαγα σφαλιάρα. Τζήζους! Φίλοι σου λέει μετά. Είναι και οι φίλοι που δεν προλαβαίνω να δω αλλά θα το ρυθμίσουμε σύντομα και είναι και οι φίλοι που αναδύθηκαν μέσα από τις συνεργασίες.

Είναι σχεδόν κλισέ ότι όλα τα ωραία τα δημιουργούν οι παρέες και είναι και βάσιμες οι ενστάσεις για τις “παρεούλες” με την κακή έννοια. Βέβαια, δέχομαι τις ενστάσεις αυτές όταν οι… creations γίνονται με δημόσιο χρήμα, όταν όλα γίνονται ιδίοις αναλώμασι ή με λεφτά ιδιωτών, δεν τις αντιλαμβάνομαι. Έχω απενοχοποιηθεί πλήρως όσον αφορά τους φίλους και τις τελευταίες μου επιφυλάξεις τις διέλυσε η ιστορία του βιβλίου. Ούτε ο εκδοτικός οίκος που και ήταν η δουλειά του, ούτε εγώ κουνήσαμε καν το δαχτυλάκι μας για την προβολή του, ειδικά εγώ δεν έκανα ούτε το 0.5% από αυτά που μπορούσα να κάνω. Αυτό το fucking παρτυ στη Βαρβάκειο για το βιβλίο δεν έχω χρόνο ούτε να το σκεφτώ, όχι να το οργανώσω κιόλας. Από Σεπτέμβριο. Ό,τι γράφτηκε έγινε μετά από πρωτοβουλία φίλων ή ανθρώπων που ούτε τους έχω δει ποτέ. Εννοείται χωρίς να το ζητήσω. Όχι από περηφάνεια αλλά γιατί από τους φίλους δεν ζητάς τέτοιες χάρες. Είναι faux pas. Κοινή λογική.

Η επίκληση της κοινής λογικής είναι το αγαπημένο μάντρα, ειδικά όταν ζορίζομαι. Είναι σαν το “Παναγία μου!” που αναφωνούν άλλοι, εγώ λέω από μέσα μου ” Έλα, σκέψου βάσει της κοινής λογικής, τώρα”. Πιάνει; Νομίζω πως ναι. Όσο μεγαλώνω όμως τόσο πιο αφόρητος γίνεται ο ανορθολογισμός γύρω μου και η Πίστη. Δεν την αντέχω την Πίστη και το ότι την ανέχομαι σε ορισμένους ανθρώπους αποτελεί τρανή απόδειξη της τεράστιας αγάπης που τους έχω ώστε να το παραβλέπω. Προ ημερών που μιλούσαμε με τον Άγγελο μου έλεγε ότι με τον τρόπο μου καθιστώ a priori αδύνατη την επικοινωνία με ορισμένους ανθρώπους. Φυσικά. Δεν θέλω παρτίδες με πιστούς κάθε είδους όσο καλοί άνθρωποι και να είναι, θα στεναχωρηθούμε αμφότεροι. Γιατί να συμβεί αυτό; Έχω ένα φίλο που τον είχα για χαλκέντερο φιλελεύθερο και μετά από χρόνια τον είδα με κομποσχοινι στο χέρι. Τον ρώτησα αν είχε επαγγελματικό πάρε-δώσε με παπάδες και θεούσους και βγάζει λεφτά από αυτούς ώστε να το κατανοήσω και να το δικαιολογήσω το μασκαριλίκι. Άρχισε να μου λέει κάτι πίπες για μεταφυσική και τα μυστηρια της φύσης που χτύπησα φρίκη. Αμέσως σκέφτηκα ότι του έχει λασκάρει κάποια βίδα για κάποιο λόγο και βέβαια, αποδείχτηκε ότι είχα δίκιο, ο άνθρωπος τραβάει μεγάλα ζόρια.

Παίζει βέβαια η βίδα να έχει λασκάρει από τη δική μας όχθη. Το σκεφτόμουν χθες στην Εθνική Πινακοθήκη ενώ κοιτούσα εκστατική τα χαρακτικά του μεγάλου Φρανσίσκο Γκόγια. Του φλογερού λιμπερτίνου που καταφέρθηκε με το έργο του με λύσσα κατά της εκκλησίας και του ανορθολογισμού, κατά του πολέμου και των άλογων ενστίκτων που σπέρνουν το θάνατο και τον πόνο για να καταλήξει κουφός και παράφρων. Βαθειά πολιτικός ο Γκόγια. Μπορούσε να καθίσει στ’αυγά του να ζωγραφίζει Μάγιες ντυμένες και γυμνές αλλά τον έτρωγαν τα λυσσακά του. Παθιάστηκε από τις ιδέες του Διαφωτισμού και πίστεψε ότι θα άλλαζε μ’αυτές ο κόσμος για να διαπιστώσει με τεράστια ψυχική οδύνη ότι ο μεσαίωνας είναι η μόνη ανθρώπινη κατάσταση…

” Ο ύπνος της λογικής, γεννά τέρατα” είπε αλλά και η λογική σε γεμίζει πληγές. Ούτε η μία, ούτε η άλλη πλευρά έχει κάτι το ηρωϊκό γιατί σ’αυτή τη ζωή, ο καθένας κάνει ό,τι του είναι πιο εύκολο. Σ’αυτό συμφωνούν και οι ήρωες του πολύ ωραίου μυθιστορήματος που τελειώνω απόψε. ” Το κορίτσι από την Ουαλία” του Peter Ho Davis ( εκδ. ΠΟΛΙΣ), βρίσκεται στον αντίποδα του φάνσυ μυθιστορήματος “American Darling”, του Sex and the City της αριστεράς. Για τους Ουαλούς ακόμη και στη διάρκεια του Πολέμου, μεγαλυτερος εχθρός από τους Γερμανούς ήταν οι Αγγλοι γιαυτό και οι κάτοικοι του μικρού χωριού της Ουαλίας περιεργάζονται μάλλον με περιέργεια τους κρατούμενους του στρατοπέδου που έχουν χτίσει οι συμμαχικές δυνάμεις στον τόπο τους. Κάπου εκεί δίπλα κρατείται και ο Ρούντολφ Ες τον οποίο έχει αναλάβει να ανακρίνει ένας γερμανοεβραίος που πρέπει να αποδείξει ότι δεν σκέφτεται ως εβραίος τόσο στον εαυτό του όσο και στους άλλους. Τα ζητήματα της ταυτότητα ξεδιπλώνονται με μαεστρία, χωρίς αυτή την αμερικάνικη πολυλογία που μου σπάει τα νεύρα και με αυτή την ευρωπαϊκή λογοτεχνική λεπτότητα που μου προκαλεί αμηχανία γιατί δε μου βγαίνει στα γραπτά μου.

“Απόψε φυσάει ο αέρας μανιασμένα”, γράφω εγώ κι αυτό χαρακτηρίζεται “δημοσιογραφικό ύφος”, ενώ το σωστό θα ήταν να γράψω κάτι σαν ” Απόψε ο αέρας φυσάει μανιασμένα λες και ο πατέρας Αίολος έχει αυπνίες”. Άλλο παράδειγμα: “Το μουλάρι η Νταίζη, κοιμάται διαγώνια στο κρεβάτι και δεν κατεβαίνει” ενώ το σωστό είναι ” Το μουλάρι η Νταίζη, έχει ξαπλώσει διαγώνια στο κρεβάτι, λες και αναζητά ενστικτώδικα (sic) να ευθυγραμμιστεί με τις αρχέγονες συντεταγμένες της ράτσας της”. Αυτές οι συνεχείς παρομοιώσεις είναι που κάνουν τη λογοτεχνία, τουλάχιστον αυτό λένε οι ειδικοί. Το βιβλίο πάντως είναι πολύ ωραίο. To Σαββατοκύριακό, σειρά έχουν τα “Μελένια Λεμόνια” του Τριαρίδη που μου σύστησε η Σταυρούλα.

Πέρασε η ώρα. Αν είχα μπάτλερ, θα του έλεγα να μου φέρει λίγο καρπούζι γιατί βαριέμαι να σηκωθώ να κόψω. Και καλά η ώρα. Εδώ περνούν τα χρόνια κι ακόμη να αποφασίσω αν μου αρέσει τελικά το Chablis. Άσχετο αλλά μιας και το σκέφτηκα ας το γράψω λογοτεχνικά: “Τα χρονια περνούν, όπως γλυστράει η άμμος από το λαιμό της πυξίδας κι εγώ ως ένας σύγχρονος Πάρις αδυνατώ να πάρω μια τελεσίδικη απόφαση σ’ενα φαινομενικά επουσιώδες ζήτημα”. Ουάου! Λίγη εξάσκηση ακόμη και βλέπω τον Ψυχογιό με τους Modern Times και την ασημένια σειρά της Ωκεανίδας μαζί να σφάζονται στα πόδια μου. Κοινή λογική.

Με τον τίτλο ” Ο ύπνος της λογικής, γεννά τέρατα” εκτίθενται στην Εθνική Πινακοθήκη τέσσερις σειρές χαρακτικών του Φρανσίσκο Γκόγια. Στη φωτογραφία, βλέπουμε το ομώνυμο έργο.   Η έκθεση πραγματοποιήθηκε γιατί βρέθηκε ιδιώτης να βάλει το χεράκι στην τσέπη. Χάρις στον όμιλο Λαυρεντιάδη λοιπόν, η χώρα μας συμμετέχει στους “εορτασμούς” της επετείου των 180 ετών από το θάνατο του Γκόγια με μια από τις πιο λαμπρές εκθέσεις που θα διοργανωθούν παγκοσμίως κι εμείς, μέχρι τις  20 Οκτωβρίου θα  έχουμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε αυτά τα μοναδικά έργα. Περισσότερα για τα έργα και την έκθεση διαβάστε στο άρθρο του Αυγουστίνου Ζενάκου.

Fri June 27th, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 4 Comments | PermaLink

Το μέλι και το ξύδι

Πρώτα βλέπουμε το συντομότατο βίντεο:

Καλώς ή κακώς ο πατέρας μου σιχαινόταν τις γυναίκες που νιαούριζαν και έβαζαν με το παραμικρό τα κλάματα. Τα κλάματα ειδικά, ήταν ο χειρότερος τρόπος διαπραγμάτευσης μαζί του. Αντίθετα, είχες πολλές πιθανότητες να κερδίσεις αυτό που ήθελες αν του έκανες σταράτη, ολιγόλογη και δυναμική εξήγηση. Σήμερα, τον ευγνωμονώ άπειρες φορές κατά τη διάρκεια συναντήσεων, διαχείρισης κρίσεων, διαπραγματεύσεων. Στην εποχή μας που ο χρόνος τρέχει, η άλλη δεν προφταίνει να νιαουρίσει, το νιαούρισμα θέλει το δικό του τέμπο. Δεν ξέρω τί κάνει πίσω από την πόρτα του εκάστοτε διευθύνοντα συμβούλου, σκασίλα μου κιόλας, αλλά στην ομαδική δουλειά, στην ομάδα όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις, τα νιαουρίσματα και τα γατίσια δεν φτουράνε. Από την άλλη όμως, πρέπει να παραδεχτώ ότι στις ερωτικές σχέσεις, η ατάκα “Μωρό μου, όταν μιλάς σε μένα δεν θα λες τέτοιες μαλακίες, μην σου γαμήσω τίποτα”, δεν είναι τόσο αποτελεσματική παρόλο που και τη γλυκύτατη λέξη “μωρό μου” περιέχει και στην τελική αν το individual δεν συμμορφωθεί, υπάρχε πάντα η υπόσχεση “για δράση και περιπέτεια”! Για χρόνια απορούσα με το μυαλό που κουβαλούν οι άντρες και δεν ανταποκρίνονται θετικά στις αντρίκιες εξηγήσεις ( :-P )

Δύσκολα μαθαίνεις να ελέγχεις τις ενστικτώδεις σου αντιδράσεις, γίνεται όμως. Για χρόνια έκανα εξάσκηση πάνω στη “μισητή” φυλή των σερβιτόρων. Πλάκα-πλάκα ο σερβιτόρος είναι ο αρχετυπικός Έλληνας άντρας που μπορεί να βρεθεί στη θέση του υφισταμένου σου ή ακόμη του συνεργάτη σου, εξάλλου το ίδιο είναι για πολλούς άντρες. Συνεργάτης και ισότιμος με μια γυναίκα=υφιστάμενος. Το ξέρουμε ότι υπάρχουν εξαιρέσεις, μην αρχίσουν οι γκρίνιες αλλά συνήθως αυτό συμβαίνει με άντρες που σε έχουν κατατάξει στην κατηγορία unfuckable ή έχουν κόρη στο ελεύθερο επάγγελμα και σκέφτονται τί μπορεί να περνάει εκείνη στον εργασιακό της χώρο και χτυπάνε φρίκη. :-) Τέλος πάντων, τί λέγαμε; Ναι, για τους σερβιτόρους.

Λίγο πιο σοβαρά τώρα, είναι γεγονός ότι από  την Ελένη Χαλκούση έως τον κ.Ζαμπούνη, όλοι οι περί την ετικέτα ειδικοί συμφωνούν σ’αυτό: στους σερβιτόρους, μιλάμε με ευγένεια.  Δεν χρειάζεται να έχουμε εμβαθύνει στο σαβουάρ-βιβρ για να ασπαζόμαστε αυτή την άποψη. Ως νεοτερικοί άνθρωποι (sic), ως εργαζόμενοι, γιατί έτσι κι αλλιώς όλοι μας σκλάβοι του καπιταλισμού είμαστε και τώρα που θυμήθηκα: “θάνατος στ’αφεντικά!”, θεωρώ απαράδεκτο να βγάζουμε όλα τα απωθημένα της αριστοκρατικής καταγωγής που δεν έχουμε σε κάποιον που στέκεται όρθιος μπροστά μας ενώ εμείς καθόμαστε και συνήθως κουβαλάει  κι ένα βάρος ίσαμε και τριάντα κιλών.

Το τελευταίο τεύχος του Olive μάλιστα ( του αγγλικού, εννοείται πιστεύω)  ζητούσε από  ρεστοκριτικούς την άποψή τους για το πώς πρέπει ένας πελάτης να χειριστεί κάποια ζητήματα. Έχω γράψει στο παρελθόν έναν οδηγό επιβίωσης στα ελληνικά εστιατόρια και δεν θα επανέλθω σε αυτό, δεν θέλω να θυμάμαι και το μπάχαλο που επακολούθησε.  Ξεκινάμε από τον τρόπο που απευθυνόμαστε σ’ενα σερβιτόρο. Ο πληθυντικός επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση έτσι κι αλλιώς πάντα επιβάλλεται ο πληθυντικός αλλά με τους σερβιτόρους δεν το συζητάω καν.  Καταρχάς, μας αφήνει περιθώρια να “αγριέψουμε” αν κάτι πάει στραβά κατά τη διάρκεια της παρουσίας μας στο εστιατόριο. Κατά δεύτερον, βρισκόμαστε σε πλεονεκτική θέση έναντι όλων των υπολοίπων στο εστιατόριο που του μιλάνε στον ενικό και δίνουν διαταγές. Να θυμίσω τη γνωστή παροιμία για το μέλι και το ξύδι;

Η δουλειά του σερβιτόρου είναι και να μας δίνει διευκρινίσεις για το μενού αλλά δεν είναι υποχρέωσή του να στέκεται όρθιος και να μας περιμένει να κάνουμε πλάκες ενώ προσπαθούμε να διαλέξουμε τί θα φάμε. Όχι, δεν τον ενδιαφέρει ν’ακούσει την απάντηση στην ερώτηση “Θυμάσαι, τί έγινε πέρσυ σ’εκείνο το ταβερνάκι στη Σίφνο;”. Ακόμη, τα παράπονα στο σερβιτόρο για το φαγητό του τα λέμε για να τα μεταφέρει, δεν είναι εκείνος που μαγείρεψε το φαγητό για ν’αρχίσουμε να τον βρίζουμε και μάλιστα δυνατά.  Μάλιστα, θα έλεγα ότι γιαυτή τη δουλειά καλύτερα είναι να καλέσουμε τον μαιτρ αλλά δεν ξέρω για εσάς αλλά εγώ δεν τρώω κάθε μέρα σε εστιατόρια που έχουν μαιτρ και νομίζω μάλιστα πως οι περισσότερες ταβέρνες των ελληνικών νησιών, δεν έχουν. :-)

Μεγάλο κεφάλαιο της σχέσης πελατών με τα εστιατόρια είναι όταν ο άνθρωπος που μας σερβίρει είναι γένους θηλυκού. Θα έχετε, ίσως, παρατηρήσει ότι κανένα εστιατόριο που σέβεται τον εαυτό του, δεν έχει γυναίκες σερβιτόρους κι αυτό κάτι λέει… Το χειρότερο που έχει αντιμετωπίσει μια γυναίκα που κάνει αυτή τη δουλειά, είναι ο μέσος αρκουδιάρης ο οποίος νομίζει ότι ανταποκρίνεται στο καμάκι που της κάνει μόνο και μόνο επειδή του χαμογελάει. Είναι η δουλειά της. Έχω ξαναγράψει για τα δελτία παραγγελίας που φτάνουν στην κουζίνα, όπου πέφτει τεράστιο γέλιο με τα κωδικά ονόματα που έχουν δώσει οι σερβιτόρες στους πελάτες για να θυμούνται πού θα πάνε την παραγγελία. Το κορίτσι που χαμογελάει στωϊκά, μπορεί να έχει χαρακτηρίσει τον γιαγκούλα που νομίζει ότι τον γουστάρει ως “φαλακρό μαλάκα με την καρώ γραβατα”.

Εκδηλώνουμε θυμό προς τους σερβιτόρους; Αν ρωτάτε εμένα, θα απαντήσω πως πάντα υπάρχει μια ωραία ευκαιρία για να πετάξεις ένα χορταστικό μπινελίκι. :-) Αν όμως βρίσκω μια ευκαιρία να κάνω fake την αριστοκρατική καταγωγή που δεν έχω και να υποδυθώ την Ώντρευ Χέμπορν αυτή είναι κάθε φορά που θυμώνω τρελά μ’ενα σερβιτόρο. Τότε παίρνω μια βαθειά ανάσα και λέω στον εαυτό μου ότι είναι ανεπίτρεπτο να επιπλήττω κάποιον που στέκεται όρθιος ενώ εγώ κάθομαι. Έπειτα, εμείς οι θιασώτες της ελεύθερης αγοράς, έχουμε τον τρόπο μας να περνάμε το μήνυμα.  ;-)

Προχθές όμως, μεσημέρι ήταν, μέσα στη ζέστη. Κουβαλούσα λάπτοτ, τσαντα, βιβλία, κέρατα, φορούσα και κάτι διόροφες πλατφόρμες και μέσα στη στοά του Ορφέα έπαθα μπλακ άουτ. Ήμουν τυχερή που βρισκόμουν εκεί γιατί κάθισα αμέσως στο καφέ που νομίζω πως λέγεται “Ορφέας”. Πάντα το προτιμώ γιατί είναι κατακάθαρο και φτιάχνει εξαιρετικά σάντουιτς. Σωριάστηκα στην πολυθρόνα, έκλεισα τα μάτια μου και έβγαλα αμέσως τα παπουτσια μου. Μετά που συνήλθα και μόλις άνοιξα το ένα μάτι, είδα τον γραβατωμένο σερβιτόρο να με κοιτάει χαμογελώντας. Όταν βλέπεις σερβιτόρο με καθαρά νύχια που μυρίζει διακριτικά κολώνια και δεν σε κοιτάζει στα μάτια αλήτικα, μπορείς να συνεννοηθείς. “Ουφ! Στο τσακ βρήκα καρέκλα να σωριαστώ. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τί έχω περάσει σήμερα”, του είπα όσο πιο ναζιάρικα μπορούσα. Έδωσα την παραγγελία και όταν ήρθε, μου έβαλε το περιέ στο ποτήρι και είμαι σίγουρη πως αν του το ζητούσα θα με τάϊζε το σάντουϊτς κομματάκι-κομματάκι.

Ντάξει, καλές οι ντεκλαρέ εξηγήσεις, δε λέω.  Αλλά μιας και με ενοχλεί να έχω έναν άντρα όρθιο μπροστά μου, σε στάση προσοχής, ίσως είναι καλύτερα να τον εμπνέω να γονατίζει στα πόδια μου…

Wed June 25th, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί, Ετικέτα | 17 Comments | PermaLink

Summertime recipe: κερασόπιτα

Ο Mr.Arkadin, λέει πως αν αν πρόκειται να πιστέψεις κάποιον που σου λέει «Hush, little baby, don’t you cry», καλό είναι αυτός να διαθέτει μια βαθιά, καθησυχαστική φωνή που σε αγκαλιάζει και σε προστατεύει με λεπτότητα, ευγένεια και σταθερότητα. Δηλαδή, όλα αυτά που κάνουν το bullshit indicator που έχω εγκατεστημένο στο κεφάλι μου, να χτυπάει κόκκινο σφυρίζοντας ταυτόχρονα σαν τις σειρήνες του 166 και μιλάμε για καμια 10ρια σειρήνες που σφυρίζουν εν χορώ.  Παραδέχομαι όμως ότι υπάρχει κάτι που μπορεί να κάνει τη  φωνή ενός άντρα ν’ακουστεί εκτός από καθησυχαστική  και πειστική κι αυτό δεν είναι άλλο από τη μαγειρική.

Πιο πολύ κι απ’όταν ακούω έναν άντρα να μου μιλάει για ποίηση (δλδ για Σαίξπηρ), λογοτεχνία, φιλοσοφία, επιστήμες, μένω με το στόμα ανοιχτό αν έχει ταλέντο στις μαγειρικές αφηγήσεις. Θα περίμενε κανείς ότι αυτό θα ήταν το μοναδικό πεδίο που δεν θα μπορούσε κανείς να με εντυπωσιάσει. Λάθος. Είναι το μοναδικό πεδίο που μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο. Ακόμα κι όταν δεν τον ακούω, το ίδιο παθαίνω όταν διαβάζω κάποια μαγειρικά κείμενα. Εκεί τα στάνταρντς μου είναι σαφέστατα υψηλότερα παρ’όλα αυτά όμως φυλλομετρώ τα βιβλία foodtalk με τη γλώσσα έξω, κουνώντας την ουρά και μονολογώντας: ” Έλα χρυσέ μου, εντυπωσίασέ με”. Σπάνιο. Συμβαίνει όμως.

Ένας από τους πιο αγαπημένους μου foodwriters, ίσως ο πιο αγαπημένος μου όλων των εποχών, ίσως και περισσότερο απο τον Αθήναιο και τον Αλέξανδρο Δουμά ακόμα, είναι ο Εντουάρντ ντε Πομιάν.  Ντε Πομιάν ήταν το “γαλλοποιημένο” όνομα του πολωνοεβραίου γιατρού Έντουαρντ Ποζέρσκι που εργάστηκε ως ερευνητής  στο Ινστιτούτο Παστέρ. Χόμπυ του ήταν η μαγειρική ή μάλλον, το να μαγειρεύει φαγάκια και να μιλάει μετά γιαυτά γλυκά στην εκπομπή του στο γαλλικό ραδιόφωνο, μια εκπομπή που είχε καταφέρει να γίνει μια από τις πιο δημοφιλείς εκπομπές στη Γαλλία τη δεκαετία του 1920.

Φυσικά, δεν έχω ακούσει τη φωνή του αλλά έχω διαβάσει τα βιβλία του που είναι σπουδαία μαγειρικά συγγράματα και τον φαντάζομαι να μιλάει γλυκά, καθησυχαστικά και ελαφρώς περιπαιχτικά. Η οικογένειά του πρέπει να είχε περάσει μεγάλες φτώχιες και καθώς ο ίδιος έζησε μέσα σε μια Ευρώπη που περνούσε μάλλον δύσκολα, κατάφερε να αναδείξει το απλό, σε εξέχον. Γράφει για βραστά κολοκυθάκια με ύφος που θα έλεγες ότι ταιριάζει στην περιγραφή ενός περίπλοκου και ακριβού πιάτου της γαλλικής κουζίνας κι όμως, σε πείθει.

Στο Ντε Πομιάν αρέσει περισσότερο κι από το φαγητό, η βόλτα στην αγορά, η διαδικασία της προετοιμασίας του, η παρεούλα. Μια από τις πιο αγαπημένες μου συνταγές από το Cooking with Pomiane είναι αυτή η κερασόπιτα, ίσως η πιο ταιριαστή συνταγή που έχω ποστάρει μέχρι σήμερα για τις Summertime Sundays.  Είναι τόσο ρουστίκ, γήινη, φιλική και σέξυ! Την τρως και θυμάσαι τον εαυτό σου σε φάσεις πρώτης νεότητας,  με αγκαλιές και φιλιά που κρατάνε ίσαμε και 50 λεπτά (καταγεγραμμένο ρεκόρ) σε όχθη αρκαδικού ποταμού ενώ οι σκνίπες σ’εχουν κάνουν σουρωτήρι στα τσιμπήματα ή σε φάσεις “δράσης και περιπέτειας”, εκείνο το καλοκαίρι,  πάνω σε ψηλές θημωνιές που έτσι όπως πηγαίνουν πέρα-δώθε χωρίς να πέφτουν είναι καλύτερες και από στρώματα νερού ή από τις άλλες τις ωραίες κούνιες τις οποίες ούτε που ξέρω πώς τις λένε γιατί πού να ξέρω εγώ από αυτά.

Κερασόπιτα λοιπόν,  με μουσική υπόκρουση ένα τραγούδι για το καλοκαίρι.

*Κερασόπιτα με ζυμάρι από ψωμί*

Ο ντε Πομιάν γράφει ότι αυτή την πίτα τη φτιάχνουν το καλοκαίρι στις γαλλικές εξοχές κρατώντας λίγο ζυμάρι από το ψωμί. Οι αναγνώστες του μπλογκ που ζυμώνουν συχνά ψωμί είναι εύκολο να κρατήσουν ένα κομμάτι ζύμης μεγάλο σαν πορτοκαλι ή τόσο ώστε αν το ανοιξουν σε φύλλο να μπορούν να στρώσουν με αυτό μια φόρμα για ταρτα.  Στρώνουμε λοιπόν την ταρτιέρα με τη ζύμη του ψωμιού. Βγάζουμε τα κουκούτσια από μισό κιλό κεράσια τύπου Βοδενών. Τα κεράσια τα έχουμε πλύνει, εννοείται. Στρώνουμε τα κεράσια πάνω στη ζύμη και γυρίζουμε προς τα μέσα τυχόν άκρες που περισσεύουν. Πασπαλίζουμε με 2 κουταλιές ζάχαρη άχνη. Καλύτερα να κοσκινίσουμε τη ζάχαρη κατευθείαν πάνω στα κεράσια. Ψήνουμε σε φούρνο που έχουμε προθερμάνει στους 180C. για μισή περίπου ώρα, στην αρχή στο στατικό φούρνο ( πάνω-κάτω) και μετά στον αέρα. Βγάζουμε την ταρτιέρα από το φούρνο. Θα έχει πολύ ζουμί. Δεν πτοούμαστε. Πασπαλίζουμε με λίγη ακόμη ζάχαρη άχνη και το κλου όλο είναι να κόψουμε την τάρτα και να τρέξει το γλυκό, ζεστό ζουμάκι. Συνοδεύουμε, αν θέλουμε με παγωτό βανίλια.

Mon June 23rd, 2008 by Αθήναιος
Posted in Summertime Sunday | 14 Comments | PermaLink

Σαν σε κλοβό Φάραντέϊ

Η φωτογραφία είναι παραπληνητική αν και όχι ηθελημένα. Χθες που την ανέβασα είχα ξεκινήσει να γράφω για την ταινία Sex and the City που είδα προχθές, ως φαν μιας σειράς που την έβρισκα εξαιρετικά έξυπνη και διασκεδαστική. Δεν ήθελα τόσο να αναφερθώ στην πετυχημένη μυθοπλασία της ζωής τεσσέρων σχεδον συνομιλήκων μου γυναικών στη λαμπερή Νέα Υόρκη, όσο στο γιατί ποτέ μου δεν ταυτίστηκα με την κουλτούρα αυτού του σήριαλ. Όμως, έτυχε κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου που είδα την ταινία, να διαβάζω τη μυθιστορία μιας γυναίκας, μιας Αμερικανίδας όπως την αφηγείται η ίδια σε πρώτο πρόσωπο αφού είναι η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος του Ράσελ Μπανκς, American Darling (εκδ.ΠΟΛΙΣ). Αυτός είναι ο λόγος που δεν πρόκαμα να απαντήσω στα σχόλια του προηγούμενου ποστ, ελπίζω να με συγχωρήσετε γιαυτό. Mε τη Χάνα Μάσγκρέηβ κανονικά θα έπρεπε να ταυτιστώ περισότερο αν και δεν είμαι ούτε αριστερή, ούτε ποτε μου θα τα έφτιαχνα για κάποιο καιρό με γυναίκα για να μην νιώθω μόνη όπως έκανε η ηρωϊδα χωρίς να είναι ομοφυλόφιλη και αν και όπως αυτή έτσι κι εγώ, είμαι υπέρμαχος των πολιτικών δικαιωμάτων, έχω ένα εξίσου αναπτυγμένο δεξιό τμήμα εγκεφάλου και φοβερό ταλέντο σε όλες τις αντρικές δουλειές, δεν θα το χρησιμοποιούσα ποτέ για να κατασκευάζω βόμβες για να επιβάλλω τις ιδέες μου.

Κάπου στο μέσον του βιβλίου ανησύχησα μήπως κάποια από τις τρεις κολλητές μου με βλέπει έτσι. Παλιότερα δεν το φοβόμουν γιατί στις εξοδους μας στις οποίες πίναμε ουίσκι με τα καζάνια και όχι πολύχρωμα “γυναικεία” και κορρέκτ κόκτεϊλ, συζητούσαμε πολύ για τα πολιτικά στα οποία λίγο-πολύ συμφωνούσαμε αν εξαιρούσες το ζήτημα της θρησκείας. Αργότερα όμως όταν εγώ μετακόμισα στους φιλελευθέρους ενώ εκείνες έμειναν στη Νέα Δημοκρατία και ειδικά από τότε που έχει ιδρυθεί η “Συμμαχία”, οι συζητήσεις γίνονται εκτός από έντονες και πολύ δυσάρεστες και κάτι φορές καταλήγουν σε τρελούς καυγάδες. Από τότε που άλλαξα πολιτικό χώρο, βαφτίστηκα “τραγικά δογματική, με αναρχικές και επικίνδυνες απόψεις”. :-) Στις πολιτικές συζητήσεις, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε το bitching εναντίον του εκάστοτε δημάρχου για την τραγική κατάσταση των πεζοδρομίων στην Αθήνα που καθιστούν απαγορευτικό το περπάτημα πάνω σε ψηλά τακούνια.

Τις συζητήσεις για το σεξ με διάφορους γκόμενους τις είχαμε κόψει αρκετά νωρίτερα και αυτό το θεωρώ λογικό. Αφενός εκείνες παντρεύτηκαν, αφετέρου στα 30 και κάτι οι αφηγήσεις για σεξ κάνουν εντύπωση μόνον στους άντρες 45-55 που είναι παντρεμένοι πολλά χρόνια με την ίδια γυναίκα, δεν ξενογαμούν και βλέπουν Sex and the City και στους πολυ πιτσιρικάδες που δεν γαμούν και βλέπουν Sex and the City. Όλοι οι υπόλοιποι δεν έχουν κάποιο λόγο να μιλούν συνεχώς γιαυτό εκτός αν συμβεί κάτι εξαιρετικά αστείο “Και σε κάποια φάση του λέω βρίσε με, κόμπλαρε και τί μου απαντά: εεε είσαι παλιόπαιδο”.

Οι διαφορές μου από τις ηρωίδες όμως είναι ουσιαστικότερες. Για να ταυτιστώ θα ηθελα να δω την Κάρυ όρθια μπροστά σε κάποια χοντρή του ΤΕΒΕ ή της εφορίας, να την ταπώνει με μια απο τις έξυπνες ατάκες της και κατόπιν τούτου να βρίσκει το δίκιο της και να μην καταλήγει κλαίγοντας στο λογιστή της ( το κλάμα στην αγκαλιά του λογιστή που κατά βάθος σε γουστάρει και πιστεύει ότι σε κάποια φάση που θα κοιμηθεί ο Θεούλης και το σύμπαν θα συνομωτήσει υπέρ του, εσύ θα του κάτσεις, πάντα τον κάνει εξαιρετικά αποτελεσματικό). Τη Σαμάνθα να μην κάνει PR του εαυτού της αλλά των πελατών της, κάτι που γίνεται ωραιότατα φορώντας φόρμα γυμναστικής και σνήκερς. Θα ήθελα να δω κάποια από αυτές να τα φτιάχνει μ’εναν πραγματικά έξυπνο, λαμπερό και μορφωμένο άντρα, από αυτούς που δεν μιλάνε μόνο για μετοχές αλλά και για τον Μπένγιαμιν, τον Αντόρνο, τον Θόρω, τον Σαίξπηρ και τον Καραγάτση και είναι σε θέση να σου βάλουν τον εγκέφαλο στο μπλέντερ αλλά δεν το κάνουν κάθε λίγο και λιγάκι για επίδειξη δύναμης και η σχέση να πηγαίνει κατά διαόλου γιατί τα σκάτωσαν εκείνες κι όχι εκείνος. Θα ήθελα κάποια από αυτές να ήταν dog person, να είχε έναν αληθινό, μεγάλο σκύλο και οι άντρες φίλοι της να τη θεωρούσαν sort of ΟΥΦΟ όπως με θεωρει ο κολλητός εδώ. Τέλος, θα ήθελα να μη χρησιμοποιούν το φούρνο της κουζίνας για ντουλάπα. Οι γυναίκες που δεν μαγειρεύουν απο άποψη, κατοικούν σε άλλο πλανήτη από μένα. Όμως είναι ένα έργο και για να το υπογραμμίσουν οι δημιουργοί του το κλείνουν μ’ενα χονδροειδές happyend κι εκεί είναι που υπολείπονται ακόμη και τα πιο φανταιζί έργα από την αληθινή ζωή: στην αληθινή ζωή, μέχρι το τέλος, δεν σου επιτρέπεται να βάλεις τελεία και να πεις “τα είδα όλα”, αφήστε που αν στο Μανχάταν κυκλοφορούν μερικοί Mr.Big στην Αθήνα κυκλοφορούν αρκετοί Mr.Huge, στο λιγότερο μαλακομπούκουρας, μάλιστα. :-)

Το θέμα όμως του εντυπωσιακού λάϊφστάϊλ, της κατανάλωσης και της εξωφρενικής πολυτέλειας που δέχεται συνεχώς πυρά κι από παντού, είναι κάτι εντελώς σχετικό. Να, το “American Darling” άνετα μπορείς να το δεις ως το “Sex and the City” της Αριστεράς αφού και σεξ έχει και αντάρτικο πόλεων και όλα. Η ηρωϊδα δεν φοράει Μανόλο Μπλάνικ αλλά ζει μια πραγματικά λαμπερή ζωή. Είναι καταζητούμενη από το FBI για την πολιτική της δράση. Βάζει βόμβες, παρατάει την ιατρική σχολή του Χάρβαρντ και περνάει στην παρανομία στην Αφρική, μετακομίζει στη Λιβερία όπου παντρεύεται έναν μαύρο υφυπουργό, κάνουν τρία παιδιά και μετά εκείνη στήνει ένα καταφύγιο για να προστατεύει του χιμπατζήδες…Give me a break. Βλέπετε, fancy δεν είσαι μόνο όταν φοράς Μανόλος. Είναι θέμα οπτικής και κυρίως conditioning αλλά δεν θα επιχειρήσω τώρα να αναπτύξω κάτι που έχει κάνει πριν από μενα κάποιος με το μέγεθος του Καρλ Πόππερ.

Βλέπω τους χαρακτήρες της ταινίας, διαβάζω το χαρακτήρα του εξαιρετικού μυθιστορήματος, βλέπω τις φίλες μου, βλέπω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Η ηρωίδα του βιβλίου λέει κάποια στιγμή ότι πρέπει να είμαστε εξαιρετικά καχύποπτοι προς αυτά που μας κινουν το ενδιαφέρον κι έχει δίκιο. Τα γούστα στα παπούτσια, στους άντρες, στα αρώματα, στο φαγητό, τα ενδιαφέροντα, οι απόψεις, οι ιδέες, μ’ ένα λόγο το βλέμμα είναι προγραμματισμένο να βλέπει κάθε φορά προς μια κατεύθυνση λίγο πολύ αναμενόμενη. Σκέφτομαι τον εαυτό μου τα τελευταία οκτώ χρόνια. Διαβάζω με μανία όποια τυπωμένη σελίδα πέφτει στα χέρια μου, επιδιώκω τη συναναστροφή με (φαινομενικά;) διαφορετικούς απο μένα ανθρώπους, βλέπω, ακούω, γεύομαι εικόνες, μουσικές, γεύσεις, ερωτεύομαι, αλλάζω δουλειές. Λέω πως ψάχνω συνεχώς το άγνωστο για να το διερευνήσω, να στοχαστώ πάνω σε αυτό, να διευρύνω την ακτίνα λήψης των κεραιών μου. Κι όμως, συνειδητοποιώ πως δεν είναι έτσι. Ποτέ δεν θα στρέψω την προσοχή μου προς κάτι που δεν θα μπορέσω να ερμηνεύσω είτε εγώ η ίδια είτε ψαχουλεύοντάς το με τη βοήθεια των σταθερών μου ( ανθρώπων και διαβασμάτων).

Νομίζω πως όλοι μας ζούμε λες και είμαστε κλεισμένοι σ’ενα κλοβό Φάραντέϊ. Σ’ενα έντονα φορτισμένο ηλεκτρικό πεδίο το οποίο μας δίνει την ψευδαίσθηση δράσης ενώ στην πραγματικότητα εξουδετερώνει τις κεραίες μας. Θέλω να βγω από τον κλοβό Φαραντέϊ που ζω, να εξερευνήσω πραγματικά άγνωστα σε μένα πράγματα. Όμως, μπορώ;

( Δεν ψάχνω απάντηση, το διευκρινίζω για να μην αισθανθεί κανείς υποχρεωμένος στα σχόλια να μου ποστάρει τη συνταγή του).

Wed June 18th, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 34 Comments | PermaLink